るをはかりてずるを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία υπολογίζω τα έσοδά μου πριν κάνω έξοδα

Κλίση

Παρόν (απλό)
入るを量りて出ずるを為す
Παρόν (ευγενικό)
入るを量りて出ずるを為します
Άρνηση (απλή)
入るを量りて出ずるを為さない
Άρνηση (ευγενική)
入るを量りて出ずるを為しません
Παρελθόν (απλό)
入るを量りて出ずるを為した
Παρελθόν (ευγενικό)
入るを量りて出ずるを為しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入るを量りて出ずるを為さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入るを量りて出ずるを為しませんでした
Τε-μορφή
入るを量りて出ずるを為して
Δυνητική
入るを量りて出ずるを為せる
Προστακτική
入るを量りて出ずるを為せ
Βουλητική
入るを量りて出ずるを為そう
Υποθετική (ば)
入るを量りて出ずるを為せば