れる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάζω μέσα, τοποθετώ, αφήνω να μπει, επιτρέπω την είσοδο, φέρνω μέσα, εισάγω, εγκαθιστώ (π.χ. λογισμικό), τοποθετώ (π.χ. κόσμημα), χρωματίζω (π.χ. τατουάζ)
  2. 02 δέχομαι, προσλαμβάνω, απασχολώ
  3. 03 ειδικά ως 容れる δέχομαι, συμμορφώνομαι, χορηγώ, υιοθετώ (π.χ. πολιτική), λαμβάνω (π.χ. συμβουλή), ακούω, δίνω προσοχή
  4. 04 περιλαμβάνω
  5. 05 πληρώνω (π.χ. το ενοίκιο)
  6. 06 ρίχνω (π.χ. ψήφο), ψηφίζω
  7. 07 φτιάχνω (π.χ. τσάι, καφέ)
  8. 08 ανάβω (π.χ. διακόπτη)
  9. 09 στέλνω (π.χ. φαξ), καλώ, τηλεφωνώ

Παραδείγματα

  • ちゃれます

    Θα φτιάξω τσάι.

  • 部屋へやまどけて、新鮮しんせん空気くうきれましょう。

    Ας ανοίξουμε το παράθυρο του δωματίου για να μπει φρέσκος αέρας.

  • 重要じゅうよう決定けっていをするときは、まわりの意見いけんれてかんがえることが大切たいせつです。

    Όταν παίρνουμε σημαντικές αποφάσεις, είναι σημαντικό να λαμβάνουμε υπόψη και τις απόψεις των γύρω μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
入れる
Παρόν (ευγενικό)
入れます
Άρνηση (απλή)
入れない
Άρνηση (ευγενική)
入れません
Παρελθόν (απλό)
入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入れませんでした
Τε-μορφή
入れて
Δυνητική
入れられる
Προστακτική
入れろ
Βουλητική
入れよう
Υποθετική (ば)
入れれば