なお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επανατοποθετώ, βάζω ξανά μέσα, εισάγω εκ νέου (π.χ. δεδομένα, κωδικό πρόσβασης), ξαναπακετάρω (π.χ. αποσκευές)
  2. 02 ανασυγκροτούμαι (το μυαλό), ανανεώνω (την αποφασιστικότητά μου), συνέρχομαι
  3. 03 σερβίρω ξανά (π.χ. τσάι), ξαναφτιάχνω (ρόφημα)
  4. 04 επανεγκαθιστώ (π.χ. λογισμικό, εφαρμογή)
  5. 05 κάνω επανεκκίνηση (συσκευής), επανεκκινώ, απενεργοποιώ και ενεργοποιώ ξανά

Κλίση

Παρόν (απλό)
入れ直す
Παρόν (ευγενικό)
入れ直します
Άρνηση (απλή)
入れ直さない
Άρνηση (ευγενική)
入れ直しません
Παρελθόν (απλό)
入れ直した
Παρελθόν (ευγενικό)
入れ直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入れ直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入れ直しませんでした
Τε-μορφή
入れ直して
Δυνητική
入れ直せる
Προστακτική
入れ直せ
Βουλητική
入れ直そう
Υποθετική (ば)
入れ直せば