入れ知恵
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποβολή ιδέας σε κάποιον, υπόδειξη, υπαινιγμός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入れ知恵する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入れ知恵します
- Άρνηση (απλή)
- 入れ知恵しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入れ知恵しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入れ知恵した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入れ知恵しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入れ知恵しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入れ知恵しませんでした
- Τε-μορφή
- 入れ知恵して
- Δυνητική
- 入れ知恵できる
- Προστακτική
- 入れ知恵しろ
- Βουλητική
- 入れ知恵しよう
- Υποθετική (ば)
- 入れ知恵すれば
- Υποθετική (たら)
- 入れ知恵したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入れ知恵したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入れ知恵するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入れ知恵しなさい
- Παθητική
- 入れ知恵される
- Αιτιατική
- 入れ知恵させる