ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποβολή ιδέας σε κάποιον, υπόδειξη, υπαινιγμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
入れ知恵する
Παρόν (ευγενικό)
入れ知恵します
Άρνηση (απλή)
入れ知恵しない
Άρνηση (ευγενική)
入れ知恵しません
Παρελθόν (απλό)
入れ知恵した
Παρελθόν (ευγενικό)
入れ知恵しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入れ知恵しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入れ知恵しませんでした
Τε-μορφή
入れ知恵して
Δυνητική
入れ知恵できる
Προστακτική
入れ知恵しろ
Βουλητική
入れ知恵しよう
Υποθετική (ば)
入れ知恵すれば