ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπρώχνω μέσα, γεμίζω, πακετάρω μέσα
  2. 02 ενθουσιάζομαι, τρελαίνομαι, έχω εμμονή
  3. 03 ενθουσιάζομαι, διεγείρομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
入れ込む
Παρόν (ευγενικό)
入れ込みます
Άρνηση (απλή)
入れ込まない
Άρνηση (ευγενική)
入れ込みません
Παρελθόν (απλό)
入れ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
入れ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入れ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入れ込みませんでした
Τε-μορφή
入れ込んで
Δυνητική
入れ込める
Προστακτική
入れ込め
Βουλητική
入れ込もう
Υποθετική (ば)
入れ込めば