入れ違う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διασταυρώνομαι, συναντώ κάποιον και προσπερνώ χωρίς να ιδωθούμε
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入れ違う
- Παρόν (ευγενικό)
- 入れ違います
- Άρνηση (απλή)
- 入れ違わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入れ違いません
- Παρελθόν (απλό)
- 入れ違った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入れ違いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入れ違わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入れ違いませんでした
- Τε-μορφή
- 入れ違って
- Δυνητική
- 入れ違える
- Προστακτική
- 入れ違え
- Βουλητική
- 入れ違おう
- Υποθετική (ば)
- 入れ違えば
- Υποθετική (たら)
- 入れ違ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入れ違いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 入れ違うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入れ違いなさい
- Παθητική
- 入れ違われる
- Αιτιατική
- 入れ違わせる