じゅだい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είσοδος αυτοκράτειρας ή αυτοκρατορικής συζύγου στην αυλή για τον γάμο

Κλίση

Παρόν (απλό)
入内する
Παρόν (ευγενικό)
入内します
Άρνηση (απλή)
入内しない
Άρνηση (ευγενική)
入内しません
Παρελθόν (απλό)
入内した
Παρελθόν (ευγενικό)
入内しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入内しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入内しませんでした
Τε-μορφή
入内して
Δυνητική
入内できる
Προστακτική
入内しろ
Βουλητική
入内しよう
Υποθετική (ば)
入内すれば