にゅうえん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγγραφή σε νηπιαγωγείο, εγγραφή σε παιδικό σταθμό
  2. 02 είσοδος σε πάρκο, κήπο, ζωολογικό κήπο κ.λπ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
入園する
Παρόν (ευγενικό)
入園します
Άρνηση (απλή)
入園しない
Άρνηση (ευγενική)
入園しません
Παρελθόν (απλό)
入園した
Παρελθόν (ευγενικό)
入園しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入園しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入園しませんでした
Τε-μορφή
入園して
Δυνητική
入園できる
Προστακτική
入園しろ
Βουλητική
入園しよう
Υποθετική (ば)
入園すれば