にゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είσοδος σε φρεάτιο ή λαγούμι

Κλίση

Παρόν (απλό)
入坑する
Παρόν (ευγενικό)
入坑します
Άρνηση (απλή)
入坑しない
Άρνηση (ευγενική)
入坑しません
Παρελθόν (απλό)
入坑した
Παρελθόν (ευγενικό)
入坑しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入坑しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入坑しませんでした
Τε-μορφή
入坑して
Δυνητική
入坑できる
Προστακτική
入坑しろ
Βουλητική
入坑しよう
Υποθετική (ば)
入坑すれば