にゅうがく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισαγωγή (σε σχολείο ή πανεπιστήμιο), είσοδος, εγγραφή

Παραδείγματα

  • 来年らいねん学校がっこう入学にゅうがくします

    Του χρόνου θα μπω στο σχολείο.

  • 息子むすこ来月らいげつ小学校しょうがっこう入学にゅうがくする予定よていです。

    Ο γιος μου έχει προγραμματιστεί να πάει στο δημοτικό τον επόμενο μήνα.

  • 無事ぶじ志望しぼう大学だいがく入学にゅうがくできたことを、家族かぞくみんなでよろこんでいます。

    Όλη η οικογένεια χαιρόμαστε που κατάφερε να μπει επιτυχώς στο πανεπιστήμιο της επιλογής του/της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
入学する
Παρόν (ευγενικό)
入学します
Άρνηση (απλή)
入学しない
Άρνηση (ευγενική)
入学しません
Παρελθόν (απλό)
入学した
Παρελθόν (ευγενικό)
入学しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入学しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入学しませんでした
Τε-μορφή
入学して
Δυνητική
入学できる
Προστακτική
入学しろ
Βουλητική
入学しよう
Υποθετική (ば)
入学すれば