入寺
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είσοδος σε ναό, επίσκεψη σε ναό
- 02 σπάνιο εισδοχή σε ναό ως ιερέας ή αρχιερέας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入寺する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入寺します
- Άρνηση (απλή)
- 入寺しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入寺しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入寺した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入寺しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入寺しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入寺しませんでした
- Τε-μορφή
- 入寺して
- Δυνητική
- 入寺できる
- Προστακτική
- 入寺しろ
- Βουλητική
- 入寺しよう
- Υποθετική (ば)
- 入寺すれば
- Υποθετική (たら)
- 入寺したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入寺したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入寺するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入寺しなさい
- Παθητική
- 入寺される
- Αιτιατική
- 入寺させる