入山
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εισοδος σε ορεινη περιοχη (για αναρριχητικο σκοπο)
- 02 εισοδος σε μοναστηρι, ελευση για διαμονη σε ναο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入山する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入山します
- Άρνηση (απλή)
- 入山しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入山しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入山した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入山しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入山しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入山しませんでした
- Τε-μορφή
- 入山して
- Δυνητική
- 入山できる
- Προστακτική
- 入山しろ
- Βουλητική
- 入山しよう
- Υποθετική (ば)
- 入山すれば
- Υποθετική (たら)
- 入山したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入山したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入山するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入山しなさい
- Παθητική
- 入山される
- Αιτιατική
- 入山させる