にゅうちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάληψη υπηρεσίας σε κυβερνητική υπηρεσία, οργανισμό ή συμβούλιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
入庁する
Παρόν (ευγενικό)
入庁します
Άρνηση (απλή)
入庁しない
Άρνηση (ευγενική)
入庁しません
Παρελθόν (απλό)
入庁した
Παρελθόν (ευγενικό)
入庁しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入庁しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入庁しませんでした
Τε-μορφή
入庁して
Δυνητική
入庁できる
Προστακτική
入庁しろ
Βουλητική
入庁しよう
Υποθετική (ば)
入庁すれば