入店
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είσοδος σε κατάστημα, είσοδος σε εστιατόριο
- 02 πρόσληψη ως υπάλληλος καταστήματος, έναρξη εργασίας σε κατάστημα
- 03 άνοιγμα καταστήματος (σε πολυκατάστημα κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入店する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入店します
- Άρνηση (απλή)
- 入店しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入店しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入店した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入店しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入店しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入店しませんでした
- Τε-μορφή
- 入店して
- Δυνητική
- 入店できる
- Προστακτική
- 入店しろ
- Βουλητική
- 入店しよう
- Υποθετική (ば)
- 入店すれば
- Υποθετική (たら)
- 入店したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入店したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入店するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入店しなさい
- Παθητική
- 入店される
- Αιτιατική
- 入店させる