にゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είσοδος στη μητροπολιτική περιοχή

Κλίση

Παρόν (απλό)
入府する
Παρόν (ευγενικό)
入府します
Άρνηση (απλή)
入府しない
Άρνηση (ευγενική)
入府しません
Παρελθόν (απλό)
入府した
Παρελθόν (ευγενικό)
入府しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入府しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入府しませんでした
Τε-μορφή
入府して
Δυνητική
入府できる
Προστακτική
入府しろ
Βουλητική
入府しよう
Υποθετική (ば)
入府すれば