にゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποθήκευση, εισαγωγή σε αποθήκη
  2. 02 είσοδος σε γκαράζ, είσοδος σε αμαξοστάσιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
入庫する
Παρόν (ευγενικό)
入庫します
Άρνηση (απλή)
入庫しない
Άρνηση (ευγενική)
入庫しません
Παρελθόν (απλό)
入庫した
Παρελθόν (ευγενικό)
入庫しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入庫しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入庫しませんでした
Τε-μορφή
入庫して
Δυνητική
入庫できる
Προστακτική
入庫しろ
Βουλητική
入庫しよう
Υποθετική (ば)
入庫すれば