入廷
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είσοδος στην αίθουσα του δικαστηρίου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入廷する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入廷します
- Άρνηση (απλή)
- 入廷しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入廷しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入廷した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入廷しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入廷しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入廷しませんでした
- Τε-μορφή
- 入廷して
- Δυνητική
- 入廷できる
- Προστακτική
- 入廷しろ
- Βουλητική
- 入廷しよう
- Υποθετική (ば)
- 入廷すれば
- Υποθετική (たら)
- 入廷したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入廷したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入廷するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入廷しなさい
- Παθητική
- 入廷される
- Αιτιατική
- 入廷させる