にゅうちょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσκεψη στην Ιαπωνία, άφιξη στην Ιαπωνία

Κλίση

Παρόν (απλό)
入朝する
Παρόν (ευγενικό)
入朝します
Άρνηση (απλή)
入朝しない
Άρνηση (ευγενική)
入朝しません
Παρελθόν (απλό)
入朝した
Παρελθόν (ευγενικό)
入朝しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入朝しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入朝しませんでした
Τε-μορφή
入朝して
Δυνητική
入朝できる
Προστακτική
入朝しろ
Βουλητική
入朝しよう
Υποθετική (ば)
入朝すれば