入札を与える
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποβάλλω προσφορά (π.χ. σε δημοπρασία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入札を与える
- Παρόν (ευγενικό)
- 入札を与えます
- Άρνηση (απλή)
- 入札を与えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入札を与えません
- Παρελθόν (απλό)
- 入札を与えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入札を与えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入札を与えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入札を与えませんでした
- Τε-μορφή
- 入札を与えて
- Δυνητική
- 入札を与えられる
- Προστακτική
- 入札を与えろ
- Βουλητική
- 入札を与えよう
- Υποθετική (ば)
- 入札を与えれば
- Υποθετική (たら)
- 入札を与えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入札を与えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 入札を与えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入札を与えなさい
- Παθητική
- 入札を与えられる
- Αιτιατική
- 入札を与えさせる