にゅうさつあたえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποβάλλω προσφορά (π.χ. σε δημοπρασία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
入札を与える
Παρόν (ευγενικό)
入札を与えます
Άρνηση (απλή)
入札を与えない
Άρνηση (ευγενική)
入札を与えません
Παρελθόν (απλό)
入札を与えた
Παρελθόν (ευγενικό)
入札を与えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入札を与えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入札を与えませんでした
Τε-μορφή
入札を与えて
Δυνητική
入札を与えられる
Προστακτική
入札を与えろ
Βουλητική
入札を与えよう
Υποθετική (ば)
入札を与えれば