入札談合
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνεννόηση πριν από υποβολή προσφοράς ή διαγωνισμό, νόθευση διαγωνισμού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入札談合する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入札談合します
- Άρνηση (απλή)
- 入札談合しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入札談合しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入札談合した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入札談合しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入札談合しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入札談合しませんでした
- Τε-μορφή
- 入札談合して
- Δυνητική
- 入札談合できる
- Προστακτική
- 入札談合しろ
- Βουλητική
- 入札談合しよう
- Υποθετική (ば)
- 入札談合すれば
- Υποθετική (たら)
- 入札談合したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入札談合したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入札談合するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入札談合しなさい
- Παθητική
- 入札談合される
- Αιτιατική
- 入札談合させる