入村
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εισοδος σε χωριο, μετακομιση σε χωριο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入村する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入村します
- Άρνηση (απλή)
- 入村しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入村しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入村した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入村しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入村しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入村しませんでした
- Τε-μορφή
- 入村して
- Δυνητική
- 入村できる
- Προστακτική
- 入村しろ
- Βουλητική
- 入村しよう
- Υποθετική (ば)
- 入村すれば
- Υποθετική (たら)
- 入村したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入村したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入村するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入村しなさい
- Παθητική
- 入村される
- Αιτιατική
- 入村させる