入棺
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τοποθέτηση στο φέρετρο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入棺する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入棺します
- Άρνηση (απλή)
- 入棺しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入棺しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入棺した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入棺しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入棺しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入棺しませんでした
- Τε-μορφή
- 入棺して
- Δυνητική
- 入棺できる
- Προστακτική
- 入棺しろ
- Βουλητική
- 入棺しよう
- Υποθετική (ば)
- 入棺すれば
- Υποθετική (たら)
- 入棺したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入棺したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入棺するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入棺しなさい
- Παθητική
- 入棺される
- Αιτιατική
- 入棺させる