にゅうしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάσταση, αποικισμός, μετανάστευση
  2. 02 είσοδος σε ιαπωνική εγκατάσταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
入植する
Παρόν (ευγενικό)
入植します
Άρνηση (απλή)
入植しない
Άρνηση (ευγενική)
入植しません
Παρελθόν (απλό)
入植した
Παρελθόν (ευγενικό)
入植しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入植しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入植しませんでした
Τε-μορφή
入植して
Δυνητική
入植できる
Προστακτική
入植しろ
Βουλητική
入植しよう
Υποθετική (ば)
入植すれば