にゅうだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απόκτηση βαθμού νταν (στο τζούντο, το σόγκι, το γκο κ.ά.), επίτευξη του 1ου νταν

Κλίση

Παρόν (απλό)
入段する
Παρόν (ευγενικό)
入段します
Άρνηση (απλή)
入段しない
Άρνηση (ευγενική)
入段しません
Παρελθόν (απλό)
入段した
Παρελθόν (ευγενικό)
入段しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入段しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入段しませんでした
Τε-μορφή
入段して
Δυνητική
入段できる
Προστακτική
入段しろ
Βουλητική
入段しよう
Υποθετική (ば)
入段すれば