じゅらく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάβαση στο Κιότο, είσοδος στο Κιότο

Κλίση

Παρόν (απλό)
入洛する
Παρόν (ευγενικό)
入洛します
Άρνηση (απλή)
入洛しない
Άρνηση (ευγενική)
入洛しません
Παρελθόν (απλό)
入洛した
Παρελθόν (ευγενικό)
入洛しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入洛しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入洛しませんでした
Τε-μορφή
入洛して
Δυνητική
入洛できる
Προστακτική
入洛しろ
Βουλητική
入洛しよう
Υποθετική (ば)
入洛すれば