入社
ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πρόσληψη, ένταξη σε εταιρεία, ανάληψη εργασίας σε εταιρεία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入社する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入社します
- Άρνηση (απλή)
- 入社しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入社しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入社した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入社しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入社しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入社しませんでした
- Τε-μορφή
- 入社して
- Δυνητική
- 入社できる
- Προστακτική
- 入社しろ
- Βουλητική
- 入社しよう
- Υποθετική (ば)
- 入社すれば
- Υποθετική (たら)
- 入社したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入社したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入社するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入社しなさい
- Παθητική
- 入社される
- Αιτιατική
- 入社させる