入車
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είσοδος σε γκαράζ, χώρο στάθμευσης, αμαξοστάσιο κ.λπ., στάθμευση οχήματος σε γκαράζ, χώρο στάθμευσης, αμαξοστάσιο κ.λπ.
- 02 αποθήκευση, εισαγωγή σε αποθήκη, τοποθέτηση σε αποθηκευτικό χώρο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 入車する
- Παρόν (ευγενικό)
- 入車します
- Άρνηση (απλή)
- 入車しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 入車しません
- Παρελθόν (απλό)
- 入車した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 入車しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 入車しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 入車しませんでした
- Τε-μορφή
- 入車して
- Δυνητική
- 入車できる
- Προστακτική
- 入車しろ
- Βουλητική
- 入車しよう
- Υποθετική (ば)
- 入車すれば
- Υποθετική (たら)
- 入車したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 入車したい
- Απαγορευτική (~な)
- 入車するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 入車しなさい
- Παθητική
- 入車される
- Αιτιατική
- 入車させる