にゅうきん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είσπραξη χρημάτων, εισπραχθέντα ποσά, έσοδα
  2. 02 κατάθεση χρημάτων, κατάθεση, πληρωμή, μερική πληρωμή

Κλίση

Παρόν (απλό)
入金する
Παρόν (ευγενικό)
入金します
Άρνηση (απλή)
入金しない
Άρνηση (ευγενική)
入金しません
Παρελθόν (απλό)
入金した
Παρελθόν (ευγενικό)
入金しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入金しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入金しませんでした
Τε-μορφή
入金して
Δυνητική
入金できる
Προστακτική
入金しろ
Βουλητική
入金しよう
Υποθετική (ば)
入金すれば