にゅうきょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διάτρηση (εισιτηρίου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
入鋏する
Παρόν (ευγενικό)
入鋏します
Άρνηση (απλή)
入鋏しない
Άρνηση (ευγενική)
入鋏しません
Παρελθόν (απλό)
入鋏した
Παρελθόν (ευγενικό)
入鋏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入鋏しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入鋏しませんでした
Τε-μορφή
入鋏して
Δυνητική
入鋏できる
Προστακτική
入鋏しろ
Βουλητική
入鋏しよう
Υποθετική (ば)
入鋏すれば