入にゅう院いん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νοσηλεία

Παραδείγματα

  • 彼かれは入院にゅういんしました。

    Νοσηλεύτηκε.

  • 風邪かぜで入院にゅういんすることになりました。

    Λόγω κρυολογήματος, χρειάστηκε να νοσηλευτώ.

  • 父ちちは先日せんじつ、急きゅうな腹痛ふくつうで入院にゅういんしましたが、幸さいわいにも大事だいじには至いたらず、数日すうじつで退院たいいんできるそうです。

    Ο πατέρας μου νοσηλεύτηκε προ ημερών λόγω ξαφνικού πόνου στην κοιλιά, αλλά ευτυχώς δεν ήταν κάτι σοβαρό και μάλλον θα πάρει εξιτήριο σε λίγες μέρες.

Κλίση

Παρόν (απλό)
入院する
Παρόν (ευγενικό)
入院します
Άρνηση (απλή)
入院しない
Άρνηση (ευγενική)
入院しません
Παρελθόν (απλό)
入院した
Παρελθόν (ευγενικό)
入院しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入院しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入院しませんでした
Τε-μορφή
入院して
Δυνητική
入院できる
Προστακτική
入院しろ
Βουλητική
入院しよう
Υποθετική (ば)
入院すれば