にゅうでん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισερχόμενη τηλεφωνική κλήση
  2. 02 λήψη τηλεγραφήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
入電する
Παρόν (ευγενικό)
入電します
Άρνηση (απλή)
入電しない
Άρνηση (ευγενική)
入電しません
Παρελθόν (απλό)
入電した
Παρελθόν (ευγενικό)
入電しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入電しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入電しませんでした
Τε-μορφή
入電して
Δυνητική
入電できる
Προστακτική
入電しろ
Βουλητική
入電しよう
Υποθετική (ば)
入電すれば