にゅうかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είσοδος (σε βιβλιοθήκη, μουσείο κ.λπ.), εισέρχομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
入館する
Παρόν (ευγενικό)
入館します
Άρνηση (απλή)
入館しない
Άρνηση (ευγενική)
入館しません
Παρελθόν (απλό)
入館した
Παρελθόν (ευγενικό)
入館しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
入館しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
入館しませんでした
Τε-μορφή
入館して
Δυνητική
入館できる
Προστακτική
入館しろ
Βουλητική
入館しよう
Υποθετική (ば)
入館すれば