全休
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παίρνω ολόκληρη την ημέρα (εβδομάδα, περίοδο κ.λπ.) άδεια, απέχω από την εργασία (το σχολείο κ.λπ.) για όλη τη διάρκεια
- 02 αναστολή όλων των υπηρεσιών (μεταφοράς) (π.χ. τρένα, πτήσεις)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 全休する
- Παρόν (ευγενικό)
- 全休します
- Άρνηση (απλή)
- 全休しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 全休しません
- Παρελθόν (απλό)
- 全休した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 全休しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 全休しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 全休しませんでした
- Τε-μορφή
- 全休して
- Δυνητική
- 全休できる
- Προστακτική
- 全休しろ
- Βουλητική
- 全休しよう
- Υποθετική (ば)
- 全休すれば
- Υποθετική (たら)
- 全休したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 全休したい
- Απαγορευτική (~な)
- 全休するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 全休しなさい
- Παθητική
- 全休される
- Αιτιατική
- 全休させる