全振り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επένδυση όλων των πόντων χαρακτηριστικών σε μία μόνο ιδιότητα (π.χ. σε παιχνίδι ρόλων)
- 02 καθομιλουμένη αποκλειστική εστίαση σε μία μόνο δεξιότητα (εις βάρος των άλλων)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 全振りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 全振りします
- Άρνηση (απλή)
- 全振りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 全振りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 全振りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 全振りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 全振りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 全振りしませんでした
- Τε-μορφή
- 全振りして
- Δυνητική
- 全振りできる
- Προστακτική
- 全振りしろ
- Βουλητική
- 全振りしよう
- Υποθετική (ば)
- 全振りすれば
- Υποθετική (たら)
- 全振りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 全振りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 全振りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 全振りしなさい
- Παθητική
- 全振りされる
- Αιτιατική
- 全振りさせる