たり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεσπάω τον θυμό μου (σε κάποιον ή σε κάτι), εκτονώνω την οργή μου πάνω σε κάποιον

Παραδείγματα

  • つ当たりしないでください。

    Μην ξεσπάτε!

  • 彼はおこって、つ当たりした

    Ήταν θυμωμένος και ξέσπασε τον θυμό του.

  • つかれているからといって、他人たにんつ当たりするのはやめるべきだ。

    Το να είσαι κουρασμένος δεν δικαιολογεί να ξεσπάς στους άλλους, πρέπει να το σταματήσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
八つ当たりする
Παρόν (ευγενικό)
八つ当たりします
Άρνηση (απλή)
八つ当たりしない
Άρνηση (ευγενική)
八つ当たりしません
Παρελθόν (απλό)
八つ当たりした
Παρελθόν (ευγενικό)
八つ当たりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
八つ当たりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
八つ当たりしませんでした
Τε-μορφή
八つ当たりして
Δυνητική
八つ当たりできる
Προστακτική
八つ当たりしろ
Βουλητική
八つ当たりしよう
Υποθετική (ば)
八つ当たりすれば