公募
ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 δημόσια πρόσκληση (π.χ. για συνεισφορές), δημόσια ανακοίνωση (θέσης), ανοιχτή προκήρυξη
- 02 δημόσια προσφορά (τίτλων/μετοχών)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 公募する
- Παρόν (ευγενικό)
- 公募します
- Άρνηση (απλή)
- 公募しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 公募しません
- Παρελθόν (απλό)
- 公募した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 公募しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 公募しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 公募しませんでした
- Τε-μορφή
- 公募して
- Δυνητική
- 公募できる
- Προστακτική
- 公募しろ
- Βουλητική
- 公募しよう
- Υποθετική (ば)
- 公募すれば
- Υποθετική (たら)
- 公募したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 公募したい
- Απαγορευτική (~な)
- 公募するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 公募しなさい
- Παθητική
- 公募される
- Αιτιατική
- 公募させる