こうえきはか

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εργάζομαι για το δημόσιο καλό, δραστηριοποιούμαι για το κοινό συμφέρον

Κλίση

Παρόν (απλό)
公益を図る
Παρόν (ευγενικό)
公益を図ります
Άρνηση (απλή)
公益を図らない
Άρνηση (ευγενική)
公益を図りません
Παρελθόν (απλό)
公益を図った
Παρελθόν (ευγενικό)
公益を図りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
公益を図らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
公益を図りませんでした
Τε-μορφή
公益を図って
Δυνητική
公益を図れる
Προστακτική
公益を図れ
Βουλητική
公益を図ろう
Υποθετική (ば)
公益を図れば