公私混同
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ανάμειξη δημόσιων και ιδιωτικών υποθέσεων, ανάμειξη επαγγελματικών και προσωπικών ζητημάτων, ανάμειξη εργασιακών και προσωπικών θεμάτων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 公私混同する
- Παρόν (ευγενικό)
- 公私混同します
- Άρνηση (απλή)
- 公私混同しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 公私混同しません
- Παρελθόν (απλό)
- 公私混同した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 公私混同しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 公私混同しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 公私混同しませんでした
- Τε-μορφή
- 公私混同して
- Δυνητική
- 公私混同できる
- Προστακτική
- 公私混同しろ
- Βουλητική
- 公私混同しよう
- Υποθετική (ば)
- 公私混同すれば
- Υποθετική (たら)
- 公私混同したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 公私混同したい
- Απαγορευτική (~な)
- 公私混同するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 公私混同しなさい
- Παθητική
- 公私混同される
- Αιτιατική
- 公私混同させる