こう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο κοινή γνώμη, δημόσια συζήτηση
  2. 02 σπάνιο ορθή άποψη, δίκαιο επιχείρημα
  3. 03 αρχαϊκό συνέδριο στην αυτοκρατορική ή σογκουνική αυλή

Κλίση

Παρόν (απλό)
公議する
Παρόν (ευγενικό)
公議します
Άρνηση (απλή)
公議しない
Άρνηση (ευγενική)
公議しません
Παρελθόν (απλό)
公議した
Παρελθόν (ευγενικό)
公議しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
公議しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
公議しませんでした
Τε-μορφή
公議して
Δυνητική
公議できる
Προστακτική
公議しろ
Βουλητική
公議しよう
Υποθετική (ば)
公議すれば