こうかいしょけい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δημόσια εκτέλεση
  2. 02 καθομιλουμένη δημόσιος διασυρμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
公開処刑する
Παρόν (ευγενικό)
公開処刑します
Άρνηση (απλή)
公開処刑しない
Άρνηση (ευγενική)
公開処刑しません
Παρελθόν (απλό)
公開処刑した
Παρελθόν (ευγενικό)
公開処刑しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
公開処刑しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
公開処刑しませんでした
Τε-μορφή
公開処刑して
Δυνητική
公開処刑できる
Προστακτική
公開処刑しろ
Βουλητική
公開処刑しよう
Υποθετική (ば)
公開処刑すれば