共ともにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω μαζί, μοιράζομαι, συμμετέχω

Παραδείγματα

  • 彼かれと食事しょくじを共ともにします。

    Θα φάω μαζί του.

  • 私わたしたちはいつも楽たのしい時間じかんを共ともにしています。

    Πάντα περνάμε ευχάριστα μαζί.

  • 長年ながねんの友人ゆうじんとは、様々さまざまな経験けいけんや感情かんじょうを共ともにしてきたため、深ふかい絆きずなで結むすばれています。

    Με τους φίλους που έχω χρόνια, μοιραστήκαμε τόσες εμπειρίες και συναισθήματα, γι' αυτό και μας δένει ένας πολύ δυνατός δεσμός.

Κλίση

Παρόν (απλό)
共にする
Παρόν (ευγενικό)
共にします
Άρνηση (απλή)
共にしない
Άρνηση (ευγενική)
共にしません
Παρελθόν (απλό)
共にした
Παρελθόν (ευγενικό)
共にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
共にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
共にしませんでした
Τε-μορφή
共にして
Δυνητική
共にできる
Προστακτική
共にしろ
Βουλητική
共にしよう
Υποθετική (ば)
共にすれば