きょうしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συντονισμός, συμπαθητική ταλάντωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
共振する
Παρόν (ευγενικό)
共振します
Άρνηση (απλή)
共振しない
Άρνηση (ευγενική)
共振しません
Παρελθόν (απλό)
共振した
Παρελθόν (ευγενικό)
共振しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
共振しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
共振しませんでした
Τε-μορφή
共振して
Δυνητική
共振できる
Προστακτική
共振しろ
Βουλητική
共振しよう
Υποθετική (ば)
共振すれば