きょうさん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κομμουνιστικοποίηση, μετατροπή σε κομμουνιστικό καθεστώς

Κλίση

Παρόν (απλό)
共産化する
Παρόν (ευγενικό)
共産化します
Άρνηση (απλή)
共産化しない
Άρνηση (ευγενική)
共産化しません
Παρελθόν (απλό)
共産化した
Παρελθόν (ευγενικό)
共産化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
共産化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
共産化しませんでした
Τε-μορφή
共産化して
Δυνητική
共産化できる
Προστακτική
共産化しろ
Βουλητική
共産化しよう
Υποθετική (ば)
共産化すれば