とも

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κανιβαλισμός (στα ζώα), αλληλοφαγία
  2. 02 κανιβαλισμός (μεταφορικά), αλληλοεξοντωτικός ανταγωνισμός, εσωτερική σύγκρουση, αθέμιτος ανταγωνισμός, αυτοκαταστροφική διαμάχη

Κλίση

Παρόν (απλό)
共食いする
Παρόν (ευγενικό)
共食いします
Άρνηση (απλή)
共食いしない
Άρνηση (ευγενική)
共食いしません
Παρελθόν (απλό)
共食いした
Παρελθόν (ευγενικό)
共食いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
共食いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
共食いしませんでした
Τε-μορφή
共食いして
Δυνητική
共食いできる
Προστακτική
共食いしろ
Βουλητική
共食いしよう
Υποθετική (ば)
共食いすれば