する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδεύω, ακολουθώ
  2. 02 συγκεντρώνω (τα απαραίτητα αντικείμενα), προετοιμάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
具する
Παρόν (ευγενικό)
具します
Άρνηση (απλή)
具しない
Άρνηση (ευγενική)
具しません
Παρελθόν (απλό)
具した
Παρελθόν (ευγενικό)
具しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
具しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
具しませんでした
Τε-μορφή
具して
Δυνητική
具できる
Προστακτική
具しろ
Βουλητική
具しよう
Υποθετική (ば)
具すれば