兼けん

σύνδεσμος | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 και (ταυτόχρονα, π.χ. σοφέρ και γραμματέας), επιπλέον, συγχρόνως, παράλληλα, που λειτουργεί και ως (π.χ. υπνοδωμάτιο-γραφείο)

Παραδείγματα

  • これは食堂しょくどう兼けん居間いまです。

    Αυτό είναι τραπεζαρία και σαλόνι μαζί.

  • 彼かれは運転手うんてんしゅと秘書ひしょを兼任けんにんしています。

    Αυτός είναι ταυτόχρονα οδηγός και γραμματέας.

  • 彼女かのじょの言葉ことばは、励はげましと忠告ちゅうこくの両方りょうほうを兼かねていた。

    Τα λόγια της ήταν ταυτόχρονα ενθάρρυνση και συμβουλή.