兼かねる

επίθημα, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα αδυνατώ, δυσκολεύομαι (να το κάνω, το βρίσκω δυσάρεστο, άβολο, επίπονο)
  2. 02 εξυπηρετώ δύο ή περισσότερες λειτουργίες ή ρόλους ταυτόχρονα, περιέχω (ή συνδυάζω) δύο ή περισσότερα χαρακτηριστικά
  3. 03 εργάζομαι σε δύο ή περισσότερες θέσεις ταυτόχρονα, κάνω παράλληλα
  4. 04 διστάζω να κάνω κάτι (από σεβασμό ή σκέψη για τους άλλους)
  5. 05 σκέφτομαι το μέλλον (καθώς και το παρόν)

Παραδείγματα

  • 彼かれの頼たのみを断ことわりかねます。

    Δεν μπορώ να του χαλάσω το χατίρι.

  • この部屋へやは書斎しょさいと寝室しんしつを兼かねています。

    Αυτό το δωμάτιο είναι και γραφείο και κρεβατοκάμαρα.

  • 彼かれの発言はつげんは賛否両論さんぴりょうろんを兼かねる複雑ふくざつなものでした。

    Αυτό που είπε ήταν κάτι το περίπλοκο, που είχε και θετικά και αρνητικά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
兼ねる
Παρόν (ευγενικό)
兼ねます
Άρνηση (απλή)
兼ねない
Άρνηση (ευγενική)
兼ねません
Παρελθόν (απλό)
兼ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
兼ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
兼ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
兼ねませんでした
Τε-μορφή
兼ねて
Δυνητική
兼ねられる
Προστακτική
兼ねろ
Βουλητική
兼ねよう
Υποθετική (ば)
兼ねれば