兼務
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατέχω ταυτόχρονα, υπηρετώ παράλληλα, αναλαμβάνω επιπρόσθετα καθήκοντα
- 02 παράλληλο αξίωμα, πρόσθετη θέση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 兼務する
- Παρόν (ευγενικό)
- 兼務します
- Άρνηση (απλή)
- 兼務しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 兼務しません
- Παρελθόν (απλό)
- 兼務した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 兼務しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 兼務しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 兼務しませんでした
- Τε-μορφή
- 兼務して
- Δυνητική
- 兼務できる
- Προστακτική
- 兼務しろ
- Βουλητική
- 兼務しよう
- Υποθετική (ば)
- 兼務すれば
- Υποθετική (たら)
- 兼務したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 兼務したい
- Απαγορευτική (~な)
- 兼務するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 兼務しなさい
- Παθητική
- 兼務される
- Αιτιατική
- 兼務させる