けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατέχω ταυτόχρονα, υπηρετώ παράλληλα, αναλαμβάνω επιπρόσθετα καθήκοντα
  2. 02 παράλληλο αξίωμα, πρόσθετη θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
兼務する
Παρόν (ευγενικό)
兼務します
Άρνηση (απλή)
兼務しない
Άρνηση (ευγενική)
兼務しません
Παρελθόν (απλό)
兼務した
Παρελθόν (ευγενικό)
兼務しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
兼務しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
兼務しませんでした
Τε-μορφή
兼務して
Δυνητική
兼務できる
Προστακτική
兼務しろ
Βουλητική
兼務しよう
Υποθετική (ば)
兼務すれば