兼帯
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνδυασμένη χρήση, συνδυασμός, διπλής χρήσης, εξυπηρέτηση δύο σκοπών
- 02 κατοχή δύο θέσεων
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 兼帯する
- Παρόν (ευγενικό)
- 兼帯します
- Άρνηση (απλή)
- 兼帯しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 兼帯しません
- Παρελθόν (απλό)
- 兼帯した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 兼帯しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 兼帯しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 兼帯しませんでした
- Τε-μορφή
- 兼帯して
- Δυνητική
- 兼帯できる
- Προστακτική
- 兼帯しろ
- Βουλητική
- 兼帯しよう
- Υποθετική (ば)
- 兼帯すれば
- Υποθετική (たら)
- 兼帯したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 兼帯したい
- Απαγορευτική (~な)
- 兼帯するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 兼帯しなさい
- Παθητική
- 兼帯される
- Αιτιατική
- 兼帯させる