けんゆう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατέχω και τα δύο ταυτόχρονα, έχω και τα δύο, διαθέτω και τα δύο

Κλίση

Παρόν (απλό)
兼有する
Παρόν (ευγενικό)
兼有します
Άρνηση (απλή)
兼有しない
Άρνηση (ευγενική)
兼有しません
Παρελθόν (απλό)
兼有した
Παρελθόν (ευγενικό)
兼有しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
兼有しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
兼有しませんでした
Τε-μορφή
兼有して
Δυνητική
兼有できる
Προστακτική
兼有しろ
Βουλητική
兼有しよう
Υποθετική (ば)
兼有すれば